Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 

 
Πολιτιστική κληρονομία και τουριστική προοπτική Κυρίες και κύριοι, Στα μέσα του περασμένου Οκτωβρίου είχα τη χαρά να βρεθώ προσκεκλημένος εδώ στη γενέθλια γη, το Ρέθεμνος, για να συμβάλλω στο δημόσιο διάλογο γύρω από το ρόλο του τουρισμού στην τοπική ανάπτυξη, στο συνέδριο που οργάνωσε το Επιμελητήριο Ρεθύμνης. Προσπάθησα να αναλύσω τότε τη σχέση του τουρισμού με το περιβάλλον. Επεσήμανα τις θετικές αλλά και τις αρνητικές αλυσιδωτές επιπτώσεις που είχε η μονόπλευρη προώθηση του μοντέλου του μαζικού τουρισμού στο τοπίο της χώρας μας και στη φυσιογνωμία των πόλεων και των οικισμών μας. Υπογράμμισα την ανάγκη της διατήρησης και της αποκατάστασης του φυσικού κάλλους, όπου είχε τραυματιστεί, αλλά και της αρχιτεκτονικής παράδοσης, όχι μόνο για αισθητικούς αλλά κυρίως για αναπτυξιακούς λόγους. Κατέθεσα, τέλος, κάποιες προτάσεις για μια ήπια τουριστική ανάπτυξη που θα σέβεται και θα αξιοποιεί την παράδοση, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και προσελκύοντας ένα υψηλού, πολιτιστικού και εισοδηματικού επιπέδου τουριστικό ρεύμα. Σήμερα, έξη μήνες μετά, ο διάλογος για τον τουρισμό, ο οποίος συνεχίζεται, με ξαναφέρνει και πάλι στην πόλη μου. Την πρωτοβουλία αυτή τη φορά την έχει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ρεθύμνης, που ιχνηλατεί το μέλλον και τις αναπτυξιακές προοπτικές του τόπου. Είναι άξια δημόσιου επαίνου, γιατί συστηματοποιεί μια δημόσια ανταλλαγή απόψεων που προβάλλει όσο ποτέ αναγκαία, αφού μπορεί να βοηθήσει να καταγράψουμε τις επιτυχίες και τα προβλήματα του παρόντος ώστε να ορίσουμε τους στόχους και να διασφαλίσουμε τις κατακτήσεις του αύριο. Σε μια εποχή δύσκολη, κατά την οποία οι συνθήκες αλλάζουν ραγδαία και βεβαιότητες δεκαετιών ανατρέπονται αιφνίδια, η αυτογνωσία του παρόντος αποτελεί το μόνο ασφαλές θεμέλιο του μέλλοντος. Ευχαριστώ λοιπόν τους διοργανωτές, που μου δίνουν σήμερα την ευκαιρία να επεκτείνω τις σκέψεις και τις προτάσεις μου για την τουριστική προοπτική του τόπου, μιλώντας για τη σχέση του τουρισμού με την ιστορική κληρονομιά. Μια σχέση, χωρίς αμφιβολία, καθοριστική για την τουριστική προοπτική, που λειτουργεί ωστόσο κάποτε με τρόπο ο οποίος αλλοιώνει ή σχηματοποιεί την εικόνα που έχουμε οι ίδιοι για τη φυσιογνωμία μας, την παράδοση και το παρελθόν μας. Ο πολιτισμός είναι το μέτρο της κοινωνικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής ανάπτυξης ενός λαού και ενός τόπου και αποτελεί το ανεκτίμητο και αναπαλλοτρίωτο πνευματικό του κεφάλαιο, το οποίο δεν εξαντλείται αλλά, αντιθέτως, εμπλουτίζεται με το πέρασμα του χρόνου, δημιουργώντας ένα πολύτιμο απόθεμα μνημείων και υλικών τεκμηρίων που ενσωματώνουν ηθικές, κοινωνικές και αισθητικές αξίες και εμπεριέχουν τα επιτεύγματα του παρελθόντος και τις δυνατότητες του παρόντος. Ο πολιτισμός είναι μια γέφυρα ιστορικής συνέχειας, ένα πλαίσιο αυτογνωσίας, ένας κώδικας με τα γονίδια της πνευματικής ζωής που μεταφέρουν τα ιδιαίτερα συστατικά της στοιχεία από γενιά σε γενιά. Το σύνολο των πολιτιστικών αγαθών που μας παραδίδει ο χρόνος το σηματοδοτούμε συνήθως με τον περιγραφικό όρο «πολιτιστική κληρονομιά», που συγκεφαλαιώνει τις καταθέσεις της Ιστορίας στην τράπεζα του χρόνου και αποτελεί πολύτιμο κοινό κτήμα, το οποίο κάθε γενιά καλείται να προστατέψει, να αξιοποιήσει και να επαυξήσει μέσα στα περιορισμένα όρια της ανθρώπινης ζωής, όχι ως ιδιοκτήτης αλλά ως θεματοφύλακας και διαχειριστής. Είναι ένας πολύ σοβαρός όσο και αυτονόητος ρόλος που όμως συχνά, ηθελημένα ή αθέλητα δείχνουμε να τον λησμονούμε, κατασπαταλώντας το πολύτιμο κεφάλαιο που μας εμπιστεύτηκε ο χρόνος, αντί να το αξιοποιούμε αρκούμενοι στους εύλογους «τόκους» που μας αναλογούν. Αν επισημαίνω εξ αρχής το μέγεθος της ευθύνης που έχουμε για την προστασία του πολιτιστικού μας αποθέματος, είναι γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα πλουσιοπάροχα προικισμένη από την Ιστορία που οι άνθρωποί της δημιούργησαν, γεμάτη με μοναδικές αρχαιότητες, μεσαιωνικά, βυζαντινά και νεώτερα μνημεία. Η σπάνια αυτή δημιουργία υπήρξε και παραμένει το θεμέλιο του τουρισμού μας, σε συνδυασμό με την εξ ίσου γενναιόδωρη προίκα που επιφύλαξε για την πατρίδα μας η φύση και ο μεσογειακός της χαρακτήρας. Είναι αδύνατο να φανταστούμε τουριστική δραστηριότητα στη χώρα μας χωρίς τον ήλιο, τις ακρογιαλιές, την καθαρή θάλασσα, το ήπιο κλίμα. Άλλο τόσο και περισσότερο δεν μπορούμε να διανοηθούμε τον ελληνικό τουρισμό χωρίς την Ακρόπολη, τους Δελφούς, την Επίδαυρο, την Ολυμπία, την Κνωσό και τη Φαιστό, τα μεγάλα αρχαιολογικά μουσεία. Η σημασία του εθνικού πολιτιστικού πλούτου στην ανάπτυξη του τουρισμού μας, από τις απαρχές της εμφάνισης του τουριστικού ρεύματος στη χώρα μας, είναι προφανής και αυταπόδεικτη, όπως και η ανάγκη για τη συνεχή και αποτελεσματική προστασία, συντήρηση και ανάδειξη των μνημείων και των αρχαιολογικών θησαυρών. Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε σ’ αυτό και δεν χρειάζεται να επεκταθούμε σε κοινότοπες διαπιστώσεις. Αν κάτι αξίζει τον κόπο σήμερα, είναι να εξετάσουμε τη σχέση τουρισμού και πολιτισμού, μέσα από την πείρα του μισού αιώνα τουριστικής δραστηριότητας που προηγήθηκε, να μην παραγνωρίσουμε τα θετικά, να καταγράψουμε τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε για τον πολιτισμό μας το μοντέλο του μαζικού τουρισμού που υιοθετήσαμε, να μετρήσουμε τι περισσότερο μπορεί να προσφέρει η πολυδιάστατη κληρονομιά μας στην τουριστική προοπτική του αύριο και ποια είναι τα εργαλεία που χρειαζόμαστε για να πετύχουμε αυτό το σκοπό. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή: Ο τουρισμός είναι μια προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα, είναι όμως και ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει, κάποτε δραματικά, το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιέται και αναπτύσσεται. Είναι ακόμα ένα είδος συναλλαγής στο οποίο ο επισκέπτης λειτουργώντας ως πελάτης «καταναλώνει» όσα επιλέγει, ανάμεσα από εκείνα που του προσφέρονται. Η προσφορά και η ζήτηση των τουριστικών αγαθών, το είδος, η ποσότητα, η αξία τους είναι χαρακτηριστικά αλληλένδετα που καθορίζουν εν τέλει και το μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης που υιοθετεί ένας τόπος και στο οποίο βασίζει το οικονομικό του μέλλον. Αν τα προσφερόμενα αγαθά είναι πλήθος σε ποσότητα, περιορισμένα σε ποικιλία, ανεκτά σε ποιότητα, αλλά ανταποκρίνονται κατά προσέγγιση σ’ ένα στατιστικά προσδιοριζόμενο μέσο γούστο, τότε το τουριστικό μοντέλο που τα προτείνει και συνήθως τα επιβάλλει, είναι το μοντέλο του μαζικού τουρισμού που θα μπορούσε να το ορίσει κανείς, εξ αιτίας της ισοπεδωτικής λογικής marketing που εφαρμόζει, ως το fast food της περιήγησης και του ελεύθερου χρόνου. Το μοντέλο αυτό σημειώνει συνήθως μεγάλη αλλά πρόσκαιρη επιτυχία, δημιουργεί εύκολα μόδα, επιβάλλει μια βολική τυποποίηση με προκρούστειες μεθόδους, αμφισβητεί ό,τι δεν του μοιάζει και το χειρότερο απ’ όλα, καταστρέφει ή αφομοιώνει ό,τι αντιβαίνει στην αμφίβολη αισθητική του. Στο τέλος καταρρέει μόλις ένας διπλανός ανταγωνιστής, το αντιγράφει, το παραλλάσσει και το πουλά φτηνότερα. Αυτό το πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης εφαρμόσαμε στη χώρα μας. Μας πρόσφερε αναμφίβολα, μέχρι πριν λίγο, μια λαμπερή ευημερία. Σήμερα που γίνεται ολοένα και λιγότερο αποδοτικό, αρχίζουμε να μετράμε το κόστος του που δυστυχώς αποδεικνύεται βαρύ. Επιτρέψετε μου να επαναλάβω εδώ, κάποιες αναγκαίες επισημάνσεις που κρίνω ότι πρέπει να τις επαναλαμβάνω για να αφομοιωθούν όσο γίνεται περισσότερο. Η φύση και η ιστορία προίκισαν πλουσιοπάροχα την Ελλάδα και την έκαναν ιδανικό προορισμό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ξεκινούσαν οι πρώτες περιορισμένες απόπειρες για την τουριστική ανάπτυξη. Εκπληκτικά τοπία, καθαρές θάλασσες, εξαιρετικό κλίμα, ηλιοφάνεια, παράδοση στη φιλοξενία, ιδιαίτερα ήθη και έθιμα, ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας οικισμοί διαμορφωμένοι στη διάρκεια των αιώνων. Ο τουρισμός, μια καινούργια μαζική ανθρώπινη δραστηριότητα πρόβαλλε σαν ανάγκη των αναπτυσσόμενων κοινωνιών, που ξεπερνούσαν τα τραύματα του τελευταίου πολέμου –ενώ εμείς ξεπερνούσαμε επιπροσθέτως τα δικά μας του εμφυλίου- και αναζητούσαν νέους τρόπους αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου. Μια δραστηριότητα με πρόγονο την περιήγηση, μια παράδοση πανάρχαια βασισμένη στην ανθρώπινη περιέργεια και στην ανάγκη γνωριμίας της φύσης και του πολιτισμού των άλλων, έξω και πέρα από στενά σύνορα. Ο τουρισμός έκανε την περιήγηση οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα με ανάγκη υποδομών και επάρκεια παροχής υπηρεσιών. Όμως στο βάθος, η κινητήρια δύναμη του τουρισμού ήταν και παραμένει η περιέργεια για το καινούργιο, η ανάγκη γνωριμίας άλλων τόπων και άλλων πολιτισμών. Οι επισκέπτες που άρχισαν σιγά - σιγά να μας κατακλύζουν, χαίρονταν τις χάρες της ελληνικής φύσης, κατανάλωναν όμως πριν απ’ όλα ό,τι ιδιαίτερο και ξεχωριστό έχει να τους προσφέρει ο τόπος. Με την τουριστική έκρηξη των δεκαετιών του 70 και του 80, υιοθετήθηκε από την εγχώρια τουριστική βιομηχανία το μοντέλο του μαζικού τουρισμού, που οδήγησε στην τυποποίηση όχι μόνο των υπηρεσιών αλλά και των αισθητικών προτύπων που προβάλλονταν ως αξίες και στοιχεία της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας μας. Στοιχεία της παράδοσης και του πολιτισμού μας οδηγήθηκαν περίπου σε τυποποίηση και υιοθετήθηκαν από την αναδυόμενη τουριστική βιομηχανία ως αυθεντικά σχήματα. Οι πραγματικές όμως πολιτιστικές αξίες μ’ όλο το βάθος και την καταγωγή τους, στρεβλώθηκαν κι απώλεσαν την αυθεντική και αξεπέραστη δυναμική τους. Το ελληνικό τοπίο πλημμύρισε παράταιρα από άσχημα κτίσματα, που φύτρωσαν βιαστικά για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της στιγμής από το συνεχές αυξανόμενο ρεύμα των επισκεπτών. Οικισμοί που δημιουργήθηκαν από τη σοφία του χρόνου και την οικονομία του λαϊκού αρχιτέκτονα, αλλοιώθηκαν ή περίπου καταστράφηκαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η ισοπέδωση ολοκληρώθηκε από την ανάπτυξη μιας ολόκληρης βιοτεχνίας κατασκευής και επιβολής ομοιότυπων ενθυμίων φτηνού συνήθως γούστου, που τυποποίησαν την εικόνα της αγοράς ολόκληρων πόλεων. Έτσι πολύ γρήγορα ο τουρισμός μας, που η γέννηση του βασίστηκε στην ιστορία του τόπου μας, στο ανεπανάληπτο ελληνικό τοπίο, αλλά και στο με ανθρώπινη κλίμακα δομημένο περιβάλλον, αποτέλεσε τελικά παράγοντα δραματικής αλλοίωσης του περιβάλλοντος αυτού. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι στα χρόνια που ο μαζικός τουρισμός θριάμβευε, καλλιεργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι η κατάσταση αυτή θα είναι μόνιμη και σταθερή. Λίγοι είχαν τότε τη διορατικότητα να επισημάνουν τους κινδύνους που επιβεβαιώνονται σήμερα. Πιστεύω ότι, σε γενικές γραμμές, η πολιτιστική μας κληρονομιά έπαιξε μεν ρόλο αναντικατάστατο στην τουριστική ανάπτυξη των περασμένων δεκαετιών, χρησιμοποιήθηκε όμως από την εγχώρια βιομηχανία τουρισμού περισσότερο ως προϊόν, παρά ως αυθύπαρκτη διαχρονική αξία. Το αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι επισκέπτες της χώρας μας να γνωρίζουν μόνο επιδερμικά κάποια στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού που προσφέρονται ως μέρος των τουριστικών πακέτων ή κατέχουν εμβληματικό χαρακτήρα στις διαφημιστικές καμπάνιες. Πόσοι ξένοι επισκέπτες μας όμως γνωρίζουν, πέρα από τους διάσημους αρχαιολογικούς χώρους και τα μεγάλα μουσεία, την πληθώρα των εξαίσιων μνημείων –ιδίως των βυζαντινών και των νεώτερων- με τα οποία είναι κατάσπαρτη η χώρα; Πόσοι πληροφορούνται για τον πλούτο και την ποιότητα της εθνικής ή της έντεχνης μουσικής μας, όταν στη θέση τεκμηριωμένων εκδόσεων προσφέρονται και επιβάλλονται, δεκαετίες τώρα, τα ίδια καθόλου αυθεντικά στερεότυπα; Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν αν υπάρχει κάποιος άλλος ελληνικός χορός, εκτός από το αστικής επινόησης συρτάκι; Πόσοι μαθαίνουν κάτι για τη σύγχρονη ελληνική καλλιτεχνική ή λογοτεχνική παραγωγή; Πόσοι έχουν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν κάτι ουσιαστικό για την ιστορία, τον τρόπο ζωής, την οικονομία, τα προϊόντα, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου που επισκέπτονται, όπως διαμορφώθηκαν μέσα στο χρόνο; Πόσοι παίρνουν πίσω στη χώρα τους ένα ενθύμιο του δικού μας πολιτισμού με σχετική αισθητική αξία; Οι απαντήσεις είναι δυστυχώς γνωστές! Όσο για την αιτία που δημιουργεί τα φαινόμενα, αυτή είναι πολύ απλή: Ο τουρισμός που δημιουργήσαμε δεν τα χρειάζεται καθόλου όλα αυτά, γιατί ξεπερνούν το μέσο γούστο και γιατί χαλούν τη βολική όσο και υπεραπλουστευμένη εικόνα της Ελλάδας την οποία έχει μάθει να «πουλά». Η νοοτροπία αυτή, απόρροια της ισοπεδωτικής τουριστικής λογικής, εγκλώβισε και τελικά ενσωμάτωσε την πολιτιστική κληρονομιά στην τουριστική μας βιτρίνα, αφυδατώνοντας τις αξίες που εκπροσωπεί και μετατρέποντάς την σε απλό αξιοπερίεργο. Όλα αυτά βέβαια δεν ακυρώνουν τη διαπίστωση ότι ευτυχώς υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί μάλιστα, επισκέπτες της χώρας μας που δείχνουν συγκινητικό ενδιαφέρον, ερευνούν για την ουσία και εκτιμούν την πραγματική σημασία του πολιτισμού και των μνημείων μας. Αυτούς τους επισκέπτες όμως, το μοντέλο του τουρισμού που εφαρμόζουμε τόσα χρόνια, ούτε τους εξυπηρετεί, ούτε τους εκφράζει. Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος που ο τουρισμός χρησιμοποιεί τον πολιτισμό μας είχε και μια ιδιαίτερα αρνητική επίπτωση στον τρόπο που κι εμείς οι ίδιοι ως λαός αντιλαμβανόμαστε την κληρονομιά μας, αφού οδήγησε αναπόφευκτα πολλούς Έλληνες να θεωρούν ότι ο πολιτιστικός μας πλούτος προσφέρεται όχι τόσο για προβολή, κατανόηση και ανάδειξη, όσο κυρίως για εκμετάλλευση. Η στρέβλωση αυτή μας οδήγησε στην υποσυνείδητη παραδοχή ότι το πολύτιμο απόθεμα της ιστορίας μας δεν είναι πρωτίστως αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής και της φυσιογνωμίας μας, όσο ότι μάλλον αποτελεί σημαντικό στοιχείο της οικονομικής διαδικασίας. Η αντίληψη αυτή διαβρώνει δυστυχώς τη σχέση μας με την ίδια την κληρονομιά μας κι αν δεν την πολεμήσουμε έγκαιρα, κινδυνεύουμε κάποια στιγμή να χάσουμε το μίτο της καταγωγής μας. Δεν έχω την πρόθεση να κινδυνολογήσω, ούτε βέβαια να ισοπεδώσω τα πάντα παραγνωρίζοντας τα αναμφισβήτητα μεγάλα οφέλη που προσκόμισε ο τουρισμός στη Ελλάδα και τους Έλληνες, για πενήντα ολόκληρα χρόνια. Θεωρώ όμως χρέος μου να επισημάνω ότι η τουριστική ανάπτυξη αν και προσέφερε σημαντικό κέρδος είχε ωστόσο δυσβάστακτο κόστος, εφαρμόστηκε δε μ’ ένα τρόπο που αν δεν αναθεωρηθεί θα ακολουθήσουν αρνητικά χρόνια με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου. Η αλλοίωση των παραδοσιακών οικισμών σ’ ολόκληρη τη χώρα και κυρίως στα νησιά, για την οποία μίλησα αναλυτικά στην προηγούμενη επίσκεψή μου, είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη. «Τι μπορεί να γίνει από δω και πέρα, λοιπόν»; είναι το κρίσιμο ερώτημα και αφορά το μέλλον και το είδος της τουριστικής ανάπτυξης που θέλουμε για τον τόπο, σήμερα μάλιστα που η χώρα μας, ως τουριστικός προορισμός, γνωρίζει μεγάλη ανταγωνιστική πίεση και το μοντέλο του μαζικού τουρισμού δείχνει ότι άγγιξε τα όρια της αντοχής του. Νομίζω πως ήρθε πια ο καιρός να επανεκτιμήσουμε τις ουσιαστικές δυνατότητες που προσφέρουν όλες οι εκφάνσεις της κληρονομιάς μας σ’ ένα βιώσιμο νέο τουριστικό πρότυπο που θα σέβεται και θα αξιοποιεί τις διαχρονικές αξίες. Είναι ανάγκη η χώρα μας να σχεδιάσει ένα νέο βιώσιμο, εφικτό και μακρόπνοο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης πολλών ταχυτήτων, που θα εξασφαλίσει τις μέχρι σήμερα κατακτήσεις και θα αξιοποιήσει την πείρα που αποκτήσαμε και τις υποδομές που έχουμε δημιουργήσει. Το πρότυπο αυτό θα πρέπει να αποβλέπει στην συγκράτηση και την ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού ρεύματος προς στους μεγάλους καθιερωμένους προορισμούς, όπως το Ρέθυμνο και η Κρήτη, ενώ παράλληλα θα προβλέπει τη δημιουργία πολλών νέων θελκτικών προορισμών που θα μπορούν να εξυπηρετούν συγκεκριμένα είδη εναλλακτικού τουρισμού, όπως ο θαλάσσιος, ο ορεινός, ο οικολογικός, ο αγροτουρισμός ή ο πολιτιστικός τουρισμός, που θα αξιοποιούν και θα αναδεικνύουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τόπου. Και στις δυο περιπτώσεις θα πρέπει να επιδιωχθεί η προσέλκυση επισκεπτών υψηλού μορφωτικού και εισοδηματικού επιπέδου και για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος θα πρέπει να βελτιωθούν καθοριστικά οι παρεχόμενες υπηρεσίες και να αξιοποιηθεί σε βάθος η πολιτιστική μας κληρονομιά, η οποία θα πρέπει να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτή τη νέα προσπάθεια. Με δυο λόγια λοιπόν, μιλάμε για μιαν άλλη αντίληψη γύρω από τον τουρισμό που θα βασίζεται στα επιτεύγματα και θα διορθώνει τα λάθη του παρελθόντος, θα έχει ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και –το πιο σημαντικό- θα είναι προσαρμοσμένη στις νέες ποικίλες περιηγητικές απαιτήσεις που διαμορφώνονται στις μέρες μας. Φαίνεται πράγματι, ότι κάτω από τις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης της τουριστικής ανάπτυξης και τη στιγμή που ο ανταγωνισμός εντείνεται, η προβολή του ιδιαίτερου τοπικού χαρακτήρα αναδεικνύεται ως βασική παράμετρος για μια καινούργια συμπληρωματική τουριστική προοπτική γιατί συντείνει στη διατήρηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών, αποτρέπει τις παρενέργειες και τις αλλοιώσεις και εξασφαλίζει διαρκή αναπτυξιακή προοπτική. Αντίθετα, οι περιοχές που χάνουν οριστικά τα χαρακτηριστικά που τις κάνουν ελκυστικές και διαφορετικές, γίνονται ελάχιστα ανταγωνιστικές αφού δεν έχουν να προβάλλουν ιδιαίτερες ποιοτικές αξίες όπως το τοπίο, η τέχνη, η παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα, η αρχιτεκτονική μνήμη. Η προοπτική για τον επαναπροσδιορισμό του «τουριστικού μας δόγματος» με την αποδοχή της ανάγκης για μια πιο ήπια όσο και βιώσιμη και προσοδοφόρα ανάπτυξη, απαιτεί προσπάθεια εθνική, ώστε να γίνει συνείδηση πως η ευημερία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο αν πάψουμε να σπαταλούμε αλόγιστα τους ζωτικούς πόρους του τουρισμού μας, που είναι το περιβάλλον και τα ιδιαιτέρα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά μας χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί στενή συνεργασία του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Πολιτών και για την επιτυχία της έχει ιδιαίτερη σημασία η αφύπνιση και η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, γιατί σ’ ένα νέο μοντέλο τουρισμού στη θέση της ισοπεδωτικής τυποποίησης θα πρέπει να ξεπροβάλλει η δελεαστική ιδιοπροσωπεία κάθε τόπου. Η προσπάθεια έχει ήδη αρχίσει σε περιφερειακό επίπεδο. Πολλές απόπειρες καταγράφονται τα τελευταία χρόνια για να αναστραφεί η πριν λίγο καιρό ανεξέλεγκτη πορεία καταστροφής των βασικών σημείων αναφοράς που είναι οι αλώβητοι αρχιτεκτονικά οικισμοί. Πολλοί τόποι ανακαλύπτουν ξανά την αξία της ανάδειξης της λαϊκής αρχιτεκτονικής, αναζητούν το χαρακτήρα τους, εμβαθύνουν στην ιστορία τους και αναδεικνύουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα, αποκαθιστώντας τη δική τους φυσιογνωμία και αναπτύσσοντας αντισώματα στις αρνητικές επιδράσεις του μαζικού τουρισμού. Στο πλαίσιο αυτό, πολύ σημαντικό είναι το ζήτημα της αποτελεσματικής διαχείρισης και του σχεδιασμού της τουριστικής ανάπτυξης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια μέσα και από την αφύπνιση των τοπικών κοινωνιών, αναδεικνύονται αυτόνομοι τουριστικοί προορισμοί με διακριτή εικόνα από τη γενική τουριστική εικόνα της χώρας, υπό την επίδραση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκεί έμμεση τουριστική πολιτική μέσα από τα περιφερειακά προγράμματα και τις κοινοτικές πρωτοβουλίες που καλύπτουν προγράμματα οικοτουρισμού, αγροτουρισμού, πολιτιστικού, ορεινού και θαλάσσιου τουρισμού, κλπ. Στο πλαίσιο αυτού το νέου ξεκινήματος, κάθε τόπος θα πρέπει να αναδείξει τα δικά του χαρακτηριστικά και να προβάλει την τοπική πολιτιστική κληρονομιά και παράδοση. Θα πρέπει να φροντίσει για την ανάδειξη των μικρών και μεγάλων μνημείων που σηματοδοτούν την ιστορική του πορεία και για την προβολή των ξεχωριστών πτυχών της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής του πορείας μέσα από τον επιτυχημένο και διαρκώς εξελισσόμενο θεσμό των θεματικών μουσείων, μουσείων δηλαδή που σχετίζονται με την ιστορία και την ιδιαίτερη παράδοση συγκεκριμένων περιοχών. Ο θεσμός αυτός αποτελεί μια σημαντική πρόταση που αφορά στη διαχείριση της κληρονομιάς μιας χώρας που τη συναποτελούν τόποι τόσο όμοιοι και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, με ξεχωριστή φυσιογνωμία και ανεκτίμητα στοιχεία πολιτισμού. Τον πολιτισμό αυτό οφείλουμε να τον αναδείξουμε και γιατί είναι αναγκαίος όρος για την ισόρροπη και βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη αφού κάνει κάθε τόπο ξεχωριστό, αναγνωρίσιμο και γοητευτικό. Πριν απ’ όλα όμως οφείλουμε να τον προστατεύσουμε, όχι ως απομεινάρι του χρόνου, αλλά ως ζωντανό πλαίσιο αναφοράς της ίδιας μας της καταγωγής γιατί οι ρίζες μας, όσο κι αν έχουν αποδειχτεί ανθεκτικές, έχουν κι αυτές τα όρια τους σε μια εποχή ραγδαίων μεταβολών και αισθητικής ισοπέδωσης. Γι΄ αυτό τα τοπικά θεματικά μουσεία, που πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας χάρις σε υπεύθυνους φορείς και φωτισμένους ανθρώπους, δεν πρέπει ν’ απευθύνονται μόνο στους ξένους επισκέπτες, αλλά πρωτίστως σε μας τους Έλληνες. Τα μουσεία αυτά είναι εκθεσιακά σύνολα ή συλλογές που λειτουργούν από Δήμους, Κοινότητες, Συλλόγους, ή Σωματεία και περιλαμβάνουν αντικείμενα του νεότερου ελληνικού πολιτισμού και της ανθρώπινης δραστηριότητας των τελευταίων διακοσίων χρόνων, αντικείμενα των οποίων η αξία δεν είναι μικρότερης σημασίας από εκείνα που περιλαμβάνουν τα οργανωμένα Μουσεία που λειτουργούν με την ευθύνη του κράτους. Επιβάλλεται ωστόσο να επανεξεταστεί η θεματική τους αξία και να δομηθούν με σύγχρονο εκθεσιακό τρόπο. Για τις περισσότερες περιοχές της χώρας μας υπάρχει μια αποτυπωμένη ταυτότητα που σηματοδοτείται από έναν ορισμένο τομέα βιοποριστικής δραστηριότητας που γνώρισε κάποτε μεγάλη ακμή και φήμη παράγοντας προϊόντα υψηλής ποιότητας και αγγίζοντας ταυτόχρονα τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πρόκειται για προϊόντα βιοτεχνικού και βιομηχανικού πολιτισμού τα οποία στη σύγχρονη εποχή έχουν εγκαταλειφθεί, δεν παύουν όμως να συνιστούν κομμάτια της νεότερης ιστορίας μας που αναδεικνύονται μέσα από τα θεματικά μουσεία που έχουν ιδρυθεί τα τελευταία χρόνια σε διάφορες περιοχές και γίνονται σιγά – σιγά ο καθρέφτης της ιστορίας τόπων με μεγάλη ιστορία και διαφορετική παράδοση ή δραστηριότητα, όπως η Κεραμική, η οινοποιεία, η ξυλογλυπτική, η υφαντουργία, η μεταλλουργία, η αλιεία, η σπογγαλιεία, η ναυπηγική και δεκάδες άλλες. Κάθε τόπος λοιπόν μπορεί και πρέπει να έχει το θεματικό του μουσείο που θ’ αντανακλά την αυθεντική ιστορία της εργασίας και της ζωής των κατοίκων του. Πέρα από τα θεματικά μουσεία, ένας άλλος τρόπος ανάδειξης της τοπικής πολιτιστικής και ιστορικής ιδιαιτερότητας, είναι η σηματοδότηση του χώρου των πόλεων και των οικισμών, με τη δημιουργία ειδικών κέντρων αναφοράς, με στόχο η πόλη να είναι για τους πεζούς ή με τη δημιουργία ειδικών πολιτιστικών διαδρομών. Ως παράδειγμα, θα επαναλάβω την πρόταση μου για το Ρέθυμνο, σύμφωνα με την οποία, η πόλη έχει ανάγκη τέτοιων ισχυρών κέντρων αναφοράς, όπως ένα σύγχρονο πολυμουσείο στα πέριξ της Φορτέτζας με αναγκαία και σωστή ανάπλαση του υπάρχοντος μουσείου, με την ολοκλήρωση των ανασκαφών του υστερομινωϊκού νεκροταφείου των Αρμένων, προκειμένου να λειτουργήσει ως υπαίθριο μουσείο, με την συνολική αναστήλωση και ανάπλαση σχετικά καλά ακόμα διατηρουμένων οικισμών. Πρότεινα επίσης, η πόλη να γίνει πόλη για τους πεζούς με το διπλασιασμό του εύρους των υπαρχόντων πεζοδρομίων και στη νέα πόλη όπου η κατάσταση είναι χαοτική. Ν΄ αναστηλωθούν στο σύνολο τους οι σχετικά καλά διατηρημένοι παραδοσιακοί οικισμοί (όπως: Μαρουλάς, Πρασσές, Αρμένοι, Χρωμοναστήρι, Μύλοι κ.α.) όπου θα αναστηλωθούν όλα τα κτίσματα ιδιωτικά και Δημόσια, θα αποσυρθούν τα μη συμβατά κτίρια και θα προσαρμοστούν αναπλασμένα τα νεώτερα, θα λιθοστρωθούν όλοι οι δρόμοι του οικισμού (καλντερίμια). Κατέθεσα τέλος την ιδέα να επαναλειτουργήσουν σε παλαιούς χώρους δράσεις όπως ελαιοτριβεία, πατητήρια ή χώροι παραγωγής μεταξοσκώληκα, καθώς και χώροι που φιλοξενούσαν άλλες συναφείς παραδοσιακές δράσεις, όπως π.χ. τα κεραμοποιία – αγγειοπλαστεία στις Μαργαρίτες. Ειδικά για τον περιπατητικό, αθλητικό επισκέπτη θα πρέπει στις βασικές επαρχιακές αρτηρίες να γίνουν παράλληλα με τον οδικό άξονα, πεζοδρόμια και ποδηλατοδρόμια, π.χ. Περιβολιά, Άδελε, Πηγή, Αρκάδι, να μπορεί να περπατάει με ασφάλεια ο πεζοπόρος, όπως και στον άξονα Ρέθυμνο, Αρμένοι, Περιβολιά – Πρασσές και μέχρι το φράγμα. Κυρίες και Κύριοι Το θέμα είναι τεράστιο και φυσικά δεν φιλοδοξώ να το εξαντλήσω. Δεν θα ήθελα να σας κουράσω άλλο. Ελπίζω με τα όσα είπα να έκανα ευδιάκριτη την ανάγκη για τον επανασχεδιασμό της τουριστικής μας προοπτικής με βάση τις μεγάλες ευκαιρίες που μας δίνει η εποχή και τις ανεξάντλητες δυνατότητες που μπορεί να μας προσφέρει η ουσιαστική αξιοποίηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Η τουριστική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια θα είναι μεγάλη για την χώρα μας, γιατί και το τουριστικό ρεύμα προς τη Μεσόγειο αναμένεται να διπλασιαστεί και ο ανταγωνισμός είναι βέβαιο ότι θα ενταθεί. Σ’ αυτή την πρόκληση πρέπει να απαντήσουμε με αισιοδοξία, αποφασιστικότητα και σχέδιο, με προγραμματισμό, με καλύτερες υποδομές, με σωστή συνεργασία όλων όσων εμπλέκονται και τέλος με την ανάδειξη των ασύγκριτων πλεονεκτημάτων που η ιστορία, ο πολιτισμός και η παράδοση μας, μας παρέχει. Σας ευχαριστώ.